Ιστορία για τα Κούκλια

ΛΙΓΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΚΟΥΚΛΙΑ

Τα Κούκλια, η πόλη της Παλαιπάφου (παλιά Πάφος) βρίσκονται κοντά στις εκβολές του ποταμού Διάριζου, 16 χιλιόμετρα ανατολικά της σημερινής πόλης της Πάφου. Η Παλαίπαφος και η γύρω περιοχή σχετίζονται με μια πανάρχαια λατρευτική παράδοση που συνδέεται με τη «Μεγάλη θεά» της γονιμότητας, την μετέπειτα Αφροδίτη, η οποία φαίνεται ότι λατρευόταν στην Κύπρο ήδη από τη Χαλκολιθική περίοδο (3900-2500 π.Χ.).

Από τις αρχές της γεωμετρικής περιόδου μέχρι το τέλος της κλασσικής περιόδου η Παλαίπαφος παρέμεινε το μεγαλύτερο αστικό και θρησκευτικό κέντρο της δυτικής Κύπρου. Όταν ο τελευταίος βασιλιάς της Παλαιπάφου, Νικοκλής, μετέφερε στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. την έδρα του στη Νέα Πάφο, η πόλη διατήρησε την σπουδαιότητά της χάρη στη λατρεία της Αφροδίτης. Κατά τη ρωμαϊκή περίοδο το ιερό έγινε το κέντρο του «Κοινού των Κυπρίων» που καταγινόταν με θρησκευτικά ζητήματα και τη λατρεία του ρωμαίου αυτοκράτορα, ενώ παράλληλα είχε τον έλεγχο της κοπής χάλκινων νομισμάτων στο νησί.

Το Σεπτέμβριο του 1980 η Παλαίπαφος, εντάχθηκε στον κατάλογο των Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO.

Το Κτήμα απέχει 50 μέτρα από το Ιερό της Αφροδίτης και είναι ακριβώς απέναντι από την Παναγία Οδηγήτρια (ή Καθολική).

Το Ιερό της Αφροδίτης σύμφωνα με το Τμήμα Αρχαιοτήτων ήταν ένα από τα σημαντικότερα και πιο ξακουστά θρησκευτικά κέντρα του αρχαίου κόσμου. Τα (ομολογουμένως φτωχά) κατάλοιπα του Ιερού περιλαμβάνουν δύο ομάδες κτηρίων. Στα νότια σώζεται το αρχαιότερο ιερό, το Ιερό Ι, που χρονολογείται γύρω στα τέλη της Ύστερης Εποχής του Χαλκού. Αποτελείται από μια υπαίθρια αυλή (το τέμενος), που ήταν περίκλειστη με μεγαλιθικούς τοίχους, και μια στοά στο κέντρο της οποίας φυλασσόταν ο κωνικός βαίτυλος, σύμβολο της δύναμης της Μεγάλης Θεάς. Σημειώνεται ότι η λατρεία της Θεάς στην Παλαίπαφο ήταν ανεικονική. Ο λατρευτικός βαίτυλος διατηρήθηκε και στο ρωμαϊκό Ιερό ΙΙ, που οικοδομήθηκε στα βόρεια του προηγούμενου και χρονολογείται στα τέλη του 1ου αιώνα ή στις αρχές του 2ου αιώνα μ.Χ. Το Ιερό ΙΙ περιλαμβάνει μια εσωτερική υπαίθρια αυλή (το τέμενος), που πλαισιώνεται στη νότια, ανατολική και βόρεια πλευρά της από καλυμμένες στοές.

Η παράδοση αναφέρει ως ιδρυτή του ιερού και πρώτο ιερέα το μυθικό Κύπριο βασιλιά Κινύρα, ενώ ένας δεύτερος μύθος συνδέει την ίδρυση της πόλης και του ιερού με τον Αγαπήνορα, βασιλιά της Τεγέας, στην Αρκαδία της Πελοποννήσου. Οι δύο εκδοχές περιέχουν έναν πυρήνα ιστορικής αλήθειας που αποδεικνύεται από τα ανασκαφικά δεδομένα: την ύπαρξη ενός οικισμού της Ύστερης Εποχής του Χαλκού, πριν την έλευση των Αχαιών, οι οποίοι με την άφιξή τους υιοθέτησαν την τοπική θεά της γονιμότητας.

Η Εκκλησία της Παναγίας της Οδηγήτριας ή Καθολικής βρίσκεται αμέσως δυτικά του Ιερού της Αφροδίτης, ακριβώς απέναντι από το Κτήμα Λιόπετρο. Κτίστηκε κατά το 12ο μ.Χ. και ακολουθεί τον αρχιτεκτονικό τύπο του ελεύθερου σταυρού με τρούλο. Θα πρέπει να υπήρξε για αρκετό καιρό ο κοινοτικός ναός του χωριού των Κουκλίων. Το δυτικό της τμήμα επεκτάθηκε κατά το 16ο αιώνα. Το εσωτερικό της είναι διακοσμημένο με τοιχογραφίες που αντανακλούν την παραδοσιακή βυζαντινή λαϊκότροπη τεχνοτροπία του 15ου αιώνα.Σύμφωνα με τα αρχεία της Κοινότητας Κουκλιών το κτίσμα είναι του 12ου αιώνα (1260).

Στην τοποθεσία αυτή, στην θέση της σημερινής εκκλησίας ήταν κτισμένος ειδωλολατρικός ναός ίσως για την λατρεία της Αφροδίτης. Αλλά από σεισμό κατέρρευσε και στη θέση του με δαπάνες των χωρικών, έκτισαν τον σημερινό ναό της Παναγίας. Γύρω από την εκκλησία, δυτικά και νότια, υπάρχουν μέχρι και σήμερα, πέτρινες καμάρες, ερείπια δηλαδή και αυτό μαρτυρεί πως ίσως εκεί, στον ειδωλολατρικό ναό να υπήρχε κτισμένο μοναστήρι. Ο σημερινός ναός είναι σε μικρή απόσταση 10 – 15 μέτρων από το ναό της Αφροδίτης. Βρίσκεται ανάμεσα στα σπίτια του χωριού. Εξωτερικά είναι κτισμένη με πέτρα, από αυτή των χαλασμάτων του ναού της Αφροδίτης. Το κτίσιμο του αυλόγυρου της εκκλησίας, είναι σε χαμηλότερο επίπεδο από της γης και ακόμα χαμηλότερο το οικοδόμημα της εκκλησίας.

Εσωτερικά ο ναός είναι εμπλουτισμένος από αγιογραφίες. Δεξιά από το τέμπλο είναι η αγιογραφία του Αγίου Θεράποντα και ακριβώς στην απέναντι πλευρά, αριστερά του τέμπλου, είναι η αγιογραφία του πιστού δωρητή. Μια άλλη αγιογραφία φέρει την παράσταση της κολάσεως, μια άλλη του Παντοκράτορα στο θόλο της εκκλησίας, η σειρά των προφητών, και η σειρά των 12 Αποστόλων. Το τέμπλο είναι απλό, ξύλινο και σκαλιστό. Οι φορητές εικόνες στο τέμπλο, πλαισιώνουν τον θρησκευτικό πλούτο του ναού. Διαθέτει δύο πύλες. Είναι επίπεδη εκκλησία δεν διαθέτει γυναικωνίτη. Τα ξύλινα ψαλτήρια δίνουν την παρουσία τους στο χώρο καθώς και το προσκυνητάρι στο κέντρο του ναού όπου πάνω φιλοξενείται η εικόνα της Παναγίας. Σύμφωνα με πληροφορίες το οικοδόμημα φαίνεται να είναι ένα αλλά το ένα μέρος, ο βασικός ναός μαζί με το ιερό είναι αφιερωμένο, στον Άγιο Θεράποντα και το άλλο στη Παναγία την Οδηγήτρια. Ο ναός αργότερα προεκτάθηκε, από το κέντρο δηλαδή του ναού, ακόμα οκτώ μέτρα πιο κάτω και αφιερώθηκε το πρόσθετο αυτό μέρος στην Παναγία την Οδηγήτρια. Θα πρέπει να προσέξει κανείς, τόσο εξωτερικά όσο εσωτερικά, το πρόσθετο αυτό κτίσμα.